Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Πατρίδα μάνα μ'έδωσε άμον καταραμένος


Πατρίδα μάνα μ'έδωσε άμον καταραμένος,
Εκτυπώσιμη μορφή

Μυτιλήνη. Πρόσφυγες με παιδιά περιμένοντας την εγκατάστασή τους.
Στα τέλη του Γενάρη του 1923 υπογράφεται στη Λωζάνη η "Σύμβασις περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών" [1].
Το σύμφωνο της Ανταλλαγής προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, που είναι εγκατεστημένοι στα εδάφη αμφοτέρων των κρατών [2].
Η ανταλλαγή λοιπόν πραγματοποιείται όχι με βάση την εθνικότητα ή την εθνική συνείδηση (η οποία τότε δεν είχε την σημερινή έννοια και λίγοι την αντιλαμβανόταν ως έννοια) , αλλά με βάση την θρησκευτική πίστη: όσοι πιστεύουν στον Αλλάχ είναι τούρκοι, όσοι πιστεύουν στον Χριστό είναι έλληνες. Πολλοί ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι (π.χ. τουρκοκρήτες) μεταναστεύουν υποχρεωτικά στην Τουρκία και πολλοί τουρκόφωνοι χριστιανοί στην Ελλάδα. Έτσι, 786.431 πρόσφυγες έρχονται στη χώρα μας [3].
Το ελληνικό κράτος απευθύνθηκε στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) η οποία βοήθησε την Ελλάδα να συνάψει δάνειο και ίδρυσε την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) [4].
Η αποκατάσταση των προσφύγων στις πόλεις έγινε με την δημιουργία προσφυγικών συνοικισμών [5].

Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία 1922.
Σε κοινωνικό επίπεδο οι πρόσφυγες έφεραν στην κοινωνία της
Ελλάδας τον τρόπο ζωής τους, τις συνήθειές τους, τη μουσική τους (ρεμπέτικο τραγούδι), την κουζίνα τους. Καθώς πολλές από τις γυναίκες πρόσφυγες υποχρεώθηκαν να εργαστούν και αρκετές από τις γηγενείς έκαναν το ίδιο, τα στερεότυπα που ήθελαν τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι και υποχείριο του άντρα άρχισαν να κλονίζονται [6].
Παρά τα κρατικά μέτρα, τα προβλήματα δεν έλειπαν, καθώς συχνά η στάση των γηγενών ελλήνων απέναντι στους πρόσφυγες ήταν αρνητική.
Οι πρόσφυγες πήραν γη που πολλοί γηγενείς θεωρούσαν δική τους και πρόσφεραν την εργασία τους φτηνά πιέζοντας προς τα κάτω τις αμοιβές των ντόπιων. Ακόμη, οι πρόσφυγες ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα βενιζελικοί κι αυτό τους έφερνε σε αντίθεση με την αντιβενιζελική Παλαιά Ελλάδα.
Πολλοί γηγενείς θεωρούσαν τους πρόσφυγες παράδοξους, καθώς είχαν πρωτάκουστα ονόματα, έτρωγαν άγνωστα φαγητά και οι γυναίκες τους εργάζονταν σε ξένες δουλειές. Το αποτέλεσμα ήταν η λέξη "πρόσφυγας" να είναι για χρόνια απαξιωτικός χαρακτηρισμός μεταξύ των γηγενών Ελλήνων.
Γράφει ο Α.Ρήγος: "Η εντονότατη αντίθεση γηγενών και προσφύγων διαχέεται σε όλον τον ελλαδικό χώρο. Οι άνθρωποι που μόλις διασώθηκαν από την τουρκική σφαγή, αποκαλούνται "τουρκόσποροι" και"γιαουρτοβαφτισμένοι"(επειδή συνήθιζαν να τρώνε γιαούρτι).
Η λέξη "Σμυρνιά" από προσδιοριστική της γυναικείας μικρασιατικής καταγωγής, γίνεται στο νεοελληνικό λεξιλόγιο συνώνυμη της πόρνης.
Η λέξη "πρόσφυγας" διαχέεται στον κοινωνικό ιστό με τον πιο υποτιμητικό τρόπο.
Τον "ρατσισμό" αυτό προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι φασιστοειδείς κινήσεις που απαιτούν να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι έλληνες" [7].
Η δημιουργία ξεχωριστών συνοικισμών και οι εντάσεις ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς δυσχεραίνουν την ενσωμάτωση και ενισχύουν τις τάσεις για απομόνωση των προσφύγων και εσωστρέφεια που εκφράζεται με μια διευρυμένη προσφυγική ενδογαμία και τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης ζωής των προσφύγων σε πολλές περιοχές. Η ενσωμάτωση μέσω της εκπαίδευσης, κύρια πρακτική του ελληνικού εθνικισμού στην αλυτρωτική του φάση, δυσκολευόταν να αποδώσει.
Η σχολική τάξη έχει διασαλευτεί, ιδιαίτερα στα επαρχιακά σχολεία, όπου συνωστίζονται μαθητές διαφορετικών ηλικιών, επιπέδων και γλωσσικών περιβαλλόντων. Σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης ακόμη και για πρόσφυγες που προέρχονται από κοντινές περιοχές αποτελεί η μητρική γλώσσα και η χρήση άλλων γλωσσών εκτός της ελληνικής στην καθημερινή ζωή.
Σημαντικό μέρος των προσφύγων έχει ως μητρική την τουρκική γλώσσα, π.χ. Γκαγκαούζοι[8], Καραμανλήδες [9] την Καπαδοκική διάλεκτο, που ήταν μια μίξη ελληνικής και τουρκικής γλώσσας [10], ή τα αρβανίτικα [11]. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα κατέφυγαν επίσης Αρμένιοι και λιγοστοί Κιρκάσιοι και Ασσύριοι.
Οι πρόσφυγες εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία ως διακριτή ομάδα όχι μόνο θεσμικά αλλά και πολιτισμικά.
Η τουρκοφωνία αγνοείται συνήθως ως παράμετρος της εγκατάστασης των προσφύγων, αφού δεν αποτελούσε στοιχείο σύνδεσης με τον τουρκικό εθνικισμό, αλλά αποτέλεσε παράγοντα απομόνωσης πολλών αγροτικών κυρίως κοινοτήτων και επιβράδυνε την αφομοίωση των συγκεκριμένων ομάδων. Ακόμα και το καταληκτικό -ογλού των επωνύμων πολλών προσφύγων αποτελούσε αντικείμενο αρνητικής συμπεριφοράς και σε πολλούς επιβλήθηκε ή υπαγορεύτηκε η εληνοποίηση του ονόματός τους.
Στις γλωσσικές ιδιαιτερότητες εντάσσονται και οι ελληνόφωνοι ποντιακοί πληθυσμοί, το ιδίωμα των οποίων δεν καταλάβαιναν (και δεν καταλαβαίνουν) οι γηγενείς έλληνες.
[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=EDHCBukaonc[/youtube]
Οι ελληνομαθείς ομάδες αποκτούν σαφές προβάδισμα για την ένταξή τους στις γραφειοκρατικές δομές της αποκατάστασης και αναπτύσσουν αποτελεσματικότερες στρατηγικές ατομικής και συλλογικής αποκατάστασης. Παρά το γεγονός ότι η παίδευση των προσφύγων υπολείπεται κατά πολύ του θρύλου που αναπτύσσουν ιδιαίτερα οι Σμυρνιοί και οι Πόντιοι στα χρόνια που ακολουθούν, τα ποσοστά της εγγραμματοσύνης και για τα δύο φύλα είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ποσοστά του συνολικού πληθυσμού [12].
Το προσφυγικό ρεύμα της Μικρασιατικής καταστροφής και της Συνθήκης Ανταλλαγής των πληθυσμών δεν ήταν το πρώτο που δέχθηκαν, μετά το 1912, η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη.
Από το 1914 μέχρι το 1922, οι παρατεταμένες πολεμικές συγκρούσεις του Α'Παγκοσμίου Πολέμου στην περιοχή των Βαλκανίων αλλά και οι πολεμικές-πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Σοβιετική Ένωση, ανάγκασαν περίπου 200.000 πρόσφυγες να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν, στην πλειοψηφία τους, στις βόρειες επαρχίες του ελληνικού κράτους[13].
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την έλευση των περίπου 50.000 Ελλήνων προσφύγων από την περιοχή της Νότιας Ρωσίας, της Κριμαίας, της Γεωργίας, του Καυκάσου και του Καρς, στο διάστημα 1920-1921. Τότε πραγματοποιείται η μετανάστευση του παππού και της γιαγιάς του γράφοντος, από το Σοχούμι της σημερινής Γεωργίας, στην Θεσσαλονίκη αρχικά, και στον νομό Έβρου τελικά.
Η μετανάστευσή τους στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από φοβερές κακουχίες και αυξημένη θνησιμότητα, τόσο κατά το διάστημα της αναμονής στους μεθοριακούς σταθμούς και στα λιμάνια της Γεωργίας όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και των πρώτων μηνών της προσωρινής εγκατάστασής τους στην Θεσσαλονίκη.
Οι πρόσφυγες, ύστερα από τη διαδικασία της μαζικής απολύμανσης στο λοιμοκαθαρτήριο, στοιβάζονταν σε ξύλινους θαλάμους και σκηνές, βιώνοντας τη διαδικασία της πολύμηνης καραντίνας, με σκοπό την αποφυγή της μετάδοσης επιδημιών στην πολη. Οι στατιστικές των υγειονομικών υπηρεσιών καταγράφουν τον τεράστιο αριθμό των προσφύγων που αρρώστησαν ή απεβίωσαν.
[youtube]http://www.youtube.com/watch?v=XHliS9ZzjY0[/youtube]
Το ταπεινωτικό βίωμα της απομόνωσης από την πόλη και τους γηγενείς κατοίκους, όπως και της σκληρής συμπεριφοράς από τους υπαλλήλους των υπηρεσιών, αποτυπώνεται στις τοπικές εφημερίδες και στις μαρτυρίες των προσφύγων.
Η "Εφημερίς των Βαλκανίων" γράφει στις 15/12/1920:
"Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ'αποθάνουν από την πείναν και το κρύο [...]
Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ'εκάστην!!!
[...] Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, και ενώ το πλείστον των προσφύγων είναι ασθενείς από την λιμοκτονίαν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους!
Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλλίτερον". [...] [14].

Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία 1922.
Οι μαρτυρίες των προσφύγων, συγκλονιστικές και χαρακτηριστικές της οικτρής κατάστασής τους:
"Στην Καβάλα επιτάξανε όλες τις καπναποθήκες και όσα πλοία ήρθαν, αδειάζανε τους πρόσφυγες στο λιμάνι. Μας παίρνανε με τα κάρα και μας στοιβάζανε μέσα στα καπνομάγαζα.[...] Σε μία εβδομάδα μέσα -ξέρετε το καπνομάγαζο είχε τουαλέτες δύο τρεις κι όταν έχει χίλιους ανθρώπους μέσα, μπορούν δύο τρεις τουαλέτες να φτάσουν;- η βρωμιά έφερε ασθένειες και κυρίως παιδικές, ιλαρά και οστρακιά, η οποία θέριζε τα παιδιά, δέκα δέκα την ημέρα κι εκατό την εβδομάδα είναι λίγα, θέριζε κατά χιλιάδες τα παιδιά.
Και τότε κι εγώ αρρώστησα αλλά κι ο μικρός μου ο αδερφός, ο Ευρυπίδης, αρρώστησε και πέθανε. Ήταν δύομισι χρονώ.
[...] Μας φόρτωσαν από κει και μας βγάζουν στην Κάρυανη. [...] Τότε δεν είχε παρά βούρλα και κουνούπια, τίποτ' άλλο. Είχε θέρμες, αρρώστια, ελονοσία μεγάλη. Έλη ήτανε, τίποτ'άλλο.
Αρρωστήσαμε.
Ανεβήκαμε ψηλά, στην άκρη του βουνού, απάνω, στην παλιά Κάρυανη. Είχανε κάτι τολ, τα είχανε κάνει οι Γάλλοι, και μέσα ήταν οι Καρυανιώτες, όσοι επιζήσανε από τη σφαγή των Βουλγάρων. Εκεί μας πήγανε, αλλά που να μείνουμε; Μέναμε στο ύπαιθρο. Άστα από φαγητό, άστα! Μέναμε στο ύπαιθρο. Τότε είχε πολλά άγρια ζώα. Μια φορά κοιμόμασταν και μαζευτήκαν τα τσακάλια ανάμεσα στα στρώματα και σηκώθηκαν ο γέρος μου μαζί μ' έναν άλλο και χτυπούσαν τα τσακάλια με την κουβέρτα [...] "[15].

Ανατολική Θράκη, Γανόχωρα, πρόσφυγες εγκαταλείπουν την πατρίδα τους.
"Σαν άγριους μας έβλεπαν: "μην κλαίτε, θα'ρθούνε οι πρόσφυγοι",έλεγαν στα παιδιά τους [...].
Άρχισε ο ένας ο βαρκάρης να βρίζει τον άλλον, το Χριστό του και την Παναγία του. Μόλις τον άκουσαν, τρελλάθηκαν! Η μάνα μου ήταν ποιήτρια αγράμματη. Λέει ποντιακά:
"Αλί εμάς και βάι εμάς, που έρθαμε στην Ελλάδα!
Αδά τον γέρον κι* αγαπούν, τη γραία πα κι θέναι,
αδά εσκώθεν η ντροπή και χάθεν η θρησκεία
και βλαστημούνε το Χριστό και αυτήν την Παναγία!" (*κι: δεν).

Έλληνες πρόσφυγες από την Κιουτάχεια.
Δεν μας δέχθηκαν καλά.
Στέλναν τα παιδιά και μας σβήναν την φωτιά, ουρώντας το μαγκάλι.
Μας έλεγαν πρόσφυγγες, σφίγγες δηλαδή.
Δε μας ήθελαν τέλος πάντων για πολλούς λόγους.
Διότι οι άντρες είδαν πολιτισμένο κόσμο, οι κοπέλες πιο καλοντυμένες, οι οποίες ως επί το πλείστον ήξεραν οι περισσότερες γράμματα και αυτό πείραξε τις ντόπιες [...]
Και από οικονομικής πλευράς ίσως, εργάτες φθηνοί ήμασταν, τώρα ό,τι γίνεται με τους Αλβανούς [...] [16].
Ήρθε ένας γέρος και καθότανε λοιπόν έτσι και λέει, "εσείς δεν είστε έλληνες". Τότες μας λέγανε τουρκόσποροι" [17].

Γυναίκα πρόσφυγας κρατά το αποστεωμένο κοριτσάκι της.
Φυσικά δεν έλειπαν και οι συμπλοκές/διαπληκτισμοί γηγενών και προσφύγων. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
"Κατά τα τηλεγραφήματα εκ Γρεβενών αιματηρά συμπλοκή έλαβε χώραν μεταξύ εντοπίων και προσφύγων.
Οι κάτοικοι του χωριού Σπάτα, έχοντες διαφιλονικούμενους αγρούς με τους πρόσφυγας Κρύφτσου, μετέβησαν χθες την πρωίαν και ευρόντες ομάδα προσφύγων να εργάζεται εις αυτούς επετέθησαν και τους ετραυμάτισαν σοβαρώς[...]" [18].

Πρόσφυγες από την Αγχίαλο συγκεντρωμένοι σε αλάνα.
Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, και ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία, η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων συνοδεύτηκε από τη μεγάλη εξάπλωση των ασθενειών και της θνησιμότητας στη Βόρεια Ελλάδα.
Μάστιγα της εποχής ήταν η ελονοσία η οποία μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1930, έπληττε το 40%-90% του πληθυσμού στις πόλεις και τα χωριά.
Η θνησιμότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη κυρίως στις ευπαθείς ομάδες, δηλαδή στα παιδιά και στους ηλικιωμένους. Το 1923 και το 1924 έφτασε στο 45% ανάμεσα στους ασθενείς πρόσφυγες.
Το ίδιο διάστημα, στη Χαλκιδική, στα Γιαννιτσά, στο Κιλκίς, στην Κατερίνη, στις Σέρρες και στην Καβάλα, πέθανε το 1/5 των εγκατεστημένων προσφύγων[19].

Πρόσφυγες δίπλα σε βάλτο.
Ίσως σε μας, τα εγγόνια αυτών των προσφύγων, μένει μια πίκρα, ένα παράπονο για την συμπεριφορά των γηγενών προς τους παππούδες μας.
Την ίδια συμπεριφορά 
-τηρουμένων των
 αναλογιών και αν στην
 περίπτωση του '22
 υπήρχε εχθρότητα και
 προκατάληψη, στην
 περίπτωση του '90
 υπήρξε παγερή
 αδιαφορία- επεφύλαξε η
 ελληνική κοινωνία στους
 βορειοηπειρώτες και
 στους ποντίους της
 πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. τους
 οποίους ακόμη και
 σήμερα οι γηγενείς
 αποκαλούνε απαξιωτικά
 "
Ρωσοπόντιους".

Κι εκείνοι τραγουδάνε:

"Πατρίδα μάνα μ'έδωσε άμον καταραμένος,
στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος...".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου